ἐχθίων

ἐχθ-ίων, ον, gen. ονος, [comp] Comp. of ἐχθρός,
A more hateful, A.Pers.438, S.OT272, E.El.222, Ar.Av.370, Th.4.86, Pl.Ly.214c. Adv.

ἐχθιόνως, ἔχειν X.Smp.4.3

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εχθίων — ἐχθίων, ον (Α) εχθρικότερος, μισητότερος («καί τις γένοιτ ἄν τῆσδ ἔτ ἐχθίων τύχη;», Αισχύλ.). επίρρ... ἐχθιόνως (Α) εχθρικότερα («ἐχθιόνως ἔχουσιν ἤ πρὶν λαβεῑν», Ξεν.). [ΕΤΥΜΟΛ. Ανώμ. συγκριτ. τού επιθ. εχθρός με κατάλ. ιων (πρβλ. αισχ ίων <… …   Dictionary of Greek

  • ἐχθίων — ἔχθος hate neut gen pl (doric) ἐχθέω pres part act masc nom sg (doric) ἐχθίων more hateful masc/fem nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχθίονα — ἐχθίων more hateful neut nom/voc/acc comp pl ἐχθίων more hateful masc/fem acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχθίους — ἐχθίων more hateful masc/fem nom/acc comp pl ἐχθίων more hateful masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχθιόνως — ἐχθίων more hateful adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχθίονες — ἐχθίων more hateful masc/fem nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχθίονι — ἐχθίων more hateful dat comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχθίοσιν — ἐχθίων more hateful dat comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχθίω — ἔσσομαι sum. aor subj mp 1st sg (doric) ἐχθέω pres subj act 1st sg (doric) ἐχθέω pres ind act 1st sg (doric) ἐχθίων more hateful neut acc comp pl ἐχθίων more hateful neut nom comp pl ἐχθίων more hateful masc/fem acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔχθιον — ἐχθέω imperf ind act 3rd pl (doric) ἐχθέω imperf ind act 1st sg (doric) ἐχθίων more hateful masc/fem voc comp sg ἐχθίων more hateful neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εχθρός — ά, ό, αρσ. και εχτρός και οχτρός (ΑΜ ἐχθρός, ά, όν, Μ αρσ. και ὀχθρός και ὀχτρός) 1. αυτός εναντίον τού οποίου αισθάνεται κάποιος έχθρα, μίσος, απέχθεια, αποστροφή («ἐχθρὸς γάρ μοι κεῑνος ὅμως Ἀΐδαο πύλῃσιν», Ομ. Ιλ.) 2. (συν. το αρσ. και θηλ. ως …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.